ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ευαγγέλιον: Μαρκ. ι’ 32-45

«Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς, ουκ οίδατε τι αιτείσθε».

Καθώς ο Κύριος και οι μαθητές Του αναβαίνουν προς τα Ιεροσόλυμα για την εορτή του Πάσχα, ο Ιησούς βρίσκει την ευκαιρία να τους προετοιμάσει για το επερχόμενο Πάθος. Τους προλέγει την σύλληψή Του από τους αρχιερείς, την καταδίκη σε θάνατο, τους εμπαιγμούς και τα μαστιγώματα, τον θανατον αλλά και την τριήμερον Ανάστασιν. Μία εβδομάδα προ του Πάθους, ο Κύριος θέλει να προετοιμάσει τους μαθητές Του.

Ενώ ο Κύριος ομιλεί για Πάθος και ταπείνωση, οι μαθητές έχουν άλλα στο μυαλό τους. Οι Ιάκωβος και Ιωάννης, οι υιοί Ζεβεδαίου, επιθυμούν πρωτοκαθεδρίες και μεγαλεία. Δεν έχουν αντιληφθεί την πραγματική αποστολή του Μεσσία και εξακολουθούν να έχουν την εσφαλμένη αντίληψη των Εβραίων για έναν ισχυρό Μεσσία που θα αναλάβει κοσμική εξουσία και θα βασιλεύσει με εγκόσμιο δύναμη.

Πολλές φορές το ίδιο συμβαίνει και με μας. Ο Κύριος μας προσκαλεί να ακολουθήσουμε την οδόν της ταπεινώσεως και της διακονίας προς τους άλλους, αλλά εμείς δεν Τον ακούμε ούτως ή άλλως, βάζουμε μπροστά τον εγωισμό μας και τις ανόητες φιλοδοξίες. Ονειρευόμαστε θέσεις και αξιώματα ακόμη και μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, όπου η παρουσία μας πρέπει να συνοδεύεται από πνεύμα προσφοράς και διακονίας προς τους άλλους.

Όμως ο Κύριος φροντίζει να προσγειώσει τους μαθητές Του στην πραγματικότητα. Τους λέγει: » ουκ οίδατε τι αιτείσθε». Η οδός για την δόξα του Κυρίου περνά αναγκαστικώς μέσω της Σταυρώσεως για να ακολουθήσει η ένδοξος Άνάσταση. Εάν κάποιος δεν μπορεί να βαστάξει το Πάθος του Χριστού, να πιει το ποτήριο των θλίψεων και να συμμετάσχει στο βάπτισμα του θανάτου, ούτε και στην δόξα της βασιλείας μπορεί να συμμετάσχει (Ζιγαβηνός).

Δυστυχώς, πολλοί χριστιανοί επιθυμούν την ευκολία και την άνεση ακόμη και στα πνευματικά ζητήματα, λησμονούντες ότι οφείλουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της αυταπαρνήσεως και της θυσίας του Κυρίου που ήλθε να διακονήσει και να δώσει την ζωή Του για να λυτρώσει τους ανθρώπους. Οι ασκητές Πατέρες της ερήμου μας λένε: «δος αίμα και λάβε πνεύμα», δηλ. χωρίς να κοπιάσουμε δεν μπορούμε να προχωρήσουμε πνευματικώς στην απόκτηση των αρετών.

Εκείνο που καταξιώνει την όποια προσφορά μας είναι αυτή να γίνεται προς τον πλησίον με γνήσια προθυμία και ταπείνωση, χωρίς να υπολογίζουμε κόπους ή θυσίες. Η διακονία μας προς τον πλησίον αποτελεί βίωση του ευαγγελικού μηνύματος, άνοιγμα της καρδιάς μας προς τον συνάνθρωπο, συντριβή του εγωισμού και της φίλαυτης αδιαφορίας. Πρώτος ο Κύριος δίδει το παράδειγμα αφού » εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. β’ 7) και έδωσε το μήνυμα στους μαθητές Του ότι «Εγώ δε ειμί εν μέσω υμών ως ο διακονών» (Λκ. κβ’27). Εν αντιθέσει προς όσους επιδιώκουν κοσμικά αξιώματα και πρωτοκαθεδρίες με αποτέλεσμα να καταδυναστεύουν τους λαούς που κυβερνούν, ο Κύριος μας δείχνει ότι το πραγματικό μεγαλείο βρίσκεται στον τρόπο που θα σταθούμε δίπλα στον συνάνθρωπο, στον πόνο, την ασθένεια, την μοναξιά, την θλίψη του.

Στην σύγχρονη κοινωνία που επιβραβεύει την φιλοδοξία και την φιλοπρωτεία, που ενθαρρύνει το κυνήγι της εφήμερης επιτυχίας και της κατά κόσμον δόξης, ακόμη και εις βάρος της υγείας και ψυχοσωματικής ισορροπίας του ανθρώπου, ο λόγος του Κυρίου μας προσφέρει το αντίδοτο που γαληνεύει την ψυχή και γλυκαίνει την καρδιά, αυτό της διακονίας προς τον πλησίον και της προσφοράς προς τους αδελφούς που πρέπει να γίνεται με απέραντη αγάπη και απλότητα (άγ. Μακάριος ο Αιγύπτιος), με άρνηση του θελήματός μας έμπροσθεν της θελήσεως του Χριστού, με αγία ταπείνωση που μας προφυλάσσει από πνευματικές πτώσεις.

Ας γευθούμε και εμείς στην ζωή μας την γλυκεία γεύση της προσφοράς και της διακονίας.

Αρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος.