(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ) Ευαγγέλιον: Ιω. κ’ 19-31

«και απεκρίθη Θωμάς και είπεν αυτώ, ο Κύριος μου και ο Θεός μου».

Ο Αναστάς Κύριος, την επομένην Κυριακή («τη μιά των σαββάτων») από την Κυριακή της Αναστάσεως, εμφανίζεται στους φοβισμένους μαθητές διά τον φόβον των Ιουδαίων και τους μεταδίδει μήνυμα ειρήνης και χαράς. Τους χαιρετίζει με τον χαιρετισμόν «ειρήνη υμίν», τον οποίον επαναλαμβάνει άλλες δύο φορές. Η ειρήνη του Χριστού δεν είναι μία απλή καθημερινή έκφραση χαιρετισμού, αλλά έχει βαθύτερο νόημα. Επάνω στον Σταυρό ο Χριστός σχίζει το χειρόγραφο των αμαρτιών της ανθρωπότητος και συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Ενεργείται το μυστήριο της καταλλαγής (συμφιλιωσεως) μεταξύ ανθρώπων και Θεού αλλά και μεταξύ των ανθρώπων που καλούνται να ζήσουν την νέα πνευματική πραγματικότητα της εν Χριστώ αδελφότητος, να γίνουν μέλη της Εκκλησίας και αδελφοί εν Κυρίω.

Ο Κύριος δείχνει στους μαθητές τα σημάδια της Σταυρώσεως, τις πληγές στα χέρια και την πλευρά Του στο αναστημένο ένδοξο Σώμα του Χριστού. Οι μαθητές «εχάρησαν ιδόντες τον Κύριον». Μετά την μεγάλη θλίψη, τον φόβο, τους λογισμούς αμφιβολίας που ακολούθησαν τα δραματικά γεγονότα της Σταυρώσεως και της Ταφής του Χριστού, έρχεται το αδιαμφισβήτητο γεγονός της Αναστάσεως για να χαροποιήσει τους μαθητές. Η χαρά των μαθητών είναι και δική μας χαρά, διότι η Ανάσταση του Κυρίου γίνεται για τους πιστούς η απαρχή της αιωνίου ζωής (Ιω. ια’ 25-26).

Από την πρώτην αυτήν συνάντηση του Κυρίου με τους μαθητές απουσίαζε ο Θωμάς. Εν όσω οι υπόλοιποι μαθητές βιώνουν την χαρά της Αναστάσεως και την βεβαιότητα της παρουσίας του Κυρίου, ο Θωμάς εξακολουθεί να βασανίζεται από λογισμούς αμφιβολίας και ολιγοπιστίας. Για να πιστεύσει θέλει απτές αποδείξεις, να αγγίσει τις πληγές του Κυρίου και να βεβαιωθεί για τα λεγόμενα των άλλων μαθητών.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η στάση του Θωμά, διότι με αυτήν ταυτίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων που δεν αρκείται στον λόγο και τις διαβεβαιώσεις του Κυρίου αλλά ζητούν το κάτι περισσότερο, την ακλόνητη απόδειξη, το αδιάσειστο τεκμήριο του δακτύλου επί των τύπων των ήλων. Η πίστη μας πολλές φορές χωλαίνει όταν την αναμειγνύουμε με λογισμούς αμφιβολίας, όταν με την πεπερασμένη μας ανθρώπινη λογική προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τα μυστήρια του Θεού και εν προκειμένω την Ανάσταση.

Αλλά δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε την άκρα συγκατάβαση του Κυρίου που συγκατανεύει στην αδυναμία του Θωμά και εμφανίζεται «μεθ’ ημέρας οκτώ», για να ικανοποιήσει το αίτημα του ολιγοπίστου ή δυσπίστου Θωμά. Κατά θείαν οικονομίαν επιτρέπει ο Θεός την προσωρινή ολιγοπιστία του μαθητού για να πληροφορηθούμε και εμείς την πραγματικότητα της επί του Σταυρού προσηλώσεως του Κυρίου και της τριημέρου Αναστάσεως Αυτού. Η ψηλάφηση του Θωμά  των πληγών του Κυρίου βεβαιώνει ότι το αναστημένο Σώμα του Χριστού, ένδοξον βεβαίως, δεν είναι πνευματικό ή αερώδες (φάντασμα, οπτασία) αλλά πραγματικό, σαρκικό, απτό. Ο Χριστός επιτρέπει στον Θωμά να αγγίσει τις πληγές της αγίας Αυτού χειρός και έτσι διά της ψηλαφήσεως της αγίας σαρκός, κατά χάριν Θεού οι πιστοί μετέχουμε της μυστικής ευλογίας, δεχόμενοι τον Χριστόν, για να πιστεύσουμε και εμείς στο γεγονός της Αναστάσεως (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας).

Η ευλογημένη απιστία του Θωμά, κατά την έκφραση του ιερού Χρυσοστόμου, καταλήγει στην μεγαλειώδη ομολογία πίστεως: » ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Μία ομολογία πίστεως που κονιορτοποιεί τους ανά τους αιώνας αιρετικούς που αρνούνται την θεότητα του Χριστού, την Σάρκωση του Λόγου του Θεού, την Ανάσταση του Κυρίου.

Τέλος, για να μην αδικήσουμε τον Απόστολο Θωμά που έλαβε τον χαρακτηρισμό του «απίστου Θωμά», οφείλουμε να διευκρινήσουμε ότι και οι άλλοι μαθητές αρχικώς ήσαν δύσπιστοι («απιστούντων αυτών και θαυμαζόντων»- Λκ. κδ’ 41) και ότι η πίστη του ατυχώς αποκαλουμένου «απίστου Θωμά» ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πήγε πολύ πιο μακρυά από όλους τους άλλους Αποστόλους. Έφθασε μέχρι την μακρινή Ινδία για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να μαρτυρήσει για την πίστη του Αναστάντος Χριστού.

Αρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος.