(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ) Ευαγγέλιον: Μαρκ. ιε’ 43- ιστ’ 8

«Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η  του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν”.

Το σημερινόν Ευαγγέλιον μας μεταφέρει στα γεγονότα της Μεγάλης Παρασκευής που επηκολούθησαν την Σταύρωση του Κυρίου. Όταν όλοι οι μαθητές είχαν διασκορπισθεί από φόβο, ή όπως ο Πέτρος Τον είχε αρνηθεί τρις, ποιος θα είχε την τόλμη να εμφανισθεί και να ζητήσει να κηδεύσει το Σώμα του Ιησού; Τότε ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, επίσημος και διαπρεπής βουλευτής, τολμά να εμφανισθεί στον Πιλάτο που είχε καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο, και ζητεί την άδεια να αποκαθηλώσει το Σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, το ενετύλιξε σε καθαρά σινδόνη και το ενεταφίασε στο μνήμα.

Κοντά στον Ιωσήφ εξ ίσου τολμηρές ανεδείχθησαν και οι Μυροφόρες γυναίκες που έλαβαν μύρα και αρώματα για να αλέιψουν το νεκρό Σώμα του Ιησού. Και αξιώθησαν αυτές πρώτες να πληροφορηθούν από τα χείλη του αγγέλου την Ανάσταση του Χριστού. Γιατί όμως επελέγησαν αυτές οι γυναίκες για να γίνουν οι πρωτες μάρτυρες της Αναστάσεως; Διότι αυτές, εν αντιθέσει προς τους άνδρες μαθητές του Κυρίου, τους Αποστόλους, που εκρύφθησαν από φόβον, οι γυναίκες αυτές επέδειξαν αξιοθαύμαστες αρετές ώστε κατηξιώθησαν να ακούσουν πρώτες το χαρμόσυνο άγγελμα ότι ο Χριστός ανέστη.

Από την πρώτη ημέρα που γνώρισαν τον Κύριο στην Γαλιλαία, έγιναν πιστές μαθήτριές Του, Τον ακολουθούσαν (Μαρκ. ιε’ 41) και «διηκόνουν αυτώ εκ των υπαρχόντων αυτών” (Λκ. η’ 3). Όταν την ώρα της θυσίας του Χριστού, ενώ όλοι οι άλλοι μαθητές πλην του Ιωάννου Τον είχαν εγκαταλέιψει (Ματθ. κστ’ 56), οι γυναίκες αυτές έμειναν πιστές και αφοσιωμένες στον Κύριο, παρακολουθώντας το Θείο Δράμα πάνω στον Φρικτό Γολγοθά, χωρίς ούτε μία στιγμή να αποχωρισθούν τον αγαπημένο τους Διδάσκαλο.

Αλλά και μετά τον θάνατό Του δεν έφυγαν. Έμειναν θρηνώντας κοντά στον Σταυρό μαζί με την Παναγία. Την αγάπη τους όμως, την ανδρεία, το μεγάλο τους θάρρος, έδειξαν οι Μυροφόρες , όταν διαγενομένου του Σαββάτου, και ενώ εγνώριζαν ότι το μνήμα είναι σφραγισμένο, ότι ο λίθος που εσφράγιζε την θύρα του μνημείου ήταν μεγάλος και βαρύς, ότι ένοπλοι Ρωμαίοι στρατιώτες φρουρούν τον τάφο, παρ’ όλα αυτά οι μυροφόρες γυναίκες «λίαν πρωί”, «όρθρου βαθέος” (Λκ. κδ’ 1), πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, ξεκινούν να έλθουν στο μνήμα φέρνοντας μαζί τους αρώματα για να μυρώσουν το Σώμα του Ιησού. Κανένας φόβος ή δισταγμός δεν εστάθησαν ικανοί να τις εμποδίσουν. Το μόνον που τους απασχολούσε ήταν πως θα αποκυλίσουν τον μεγάλο και βαρύ λίθο που εσφράγιζε την θύρα του μνημείου.

Μία τέτοια αγάπη, μία τέτοια αφοσίωση, επιβραβεύεται από τον Κύριο, ώστε αυτές πρώτες να ακούσουν το χαρμόσυνο άγγελμα της Αναστάσεως και να το μεταφέρουν στους μαθητές. Έτσι, ο Κύριος ” τις γυναιξίν αποστόλοις εχρήσατο προς τους Αποστόλους”, δηλ. τις γυναίκες εχρησιμοποίησε ως αποστόλους προς τους Αποστόλους (Ευθύμιος Ζιγαβηνός).

Προς τιμήν λοιπόν αυτών των γυναικών, η σημερινή τρίτη Κυριακή από το Πάσχα, είναι η Κυριακή των Μυροφόρων. Ας εξετάσουμε την εικόνα αυτών των γυναικών. Λίαν πρωί, όρθρου βαθέος, μερικές γυναίκες κατευθύνονται προς το μνήμα του Ιησού. Ο ενδοιασμός τους είναι πως θα αποκυλίσουν τον μεγάλο και βαρύ λίθο από της θύρας του μνημείου. Και σήμερα για πολλούς ανθρώπους ισχύει η ίδια δυσκολία.  Ποιος θα αποκυλίσει τον βαρύ λίθο της αμαρτίας, της αγνοίας, της αδιαφορίας, που μας εμποδίζει να προσεγγίσουμε τον Χριστό. Ωστόσο, οι γυναίκες προχωρούν χωρίς να γνωρίζουν πως θα παραμερίσουν το εμπόδιον του λίθου. Τις οδηγεί η πίστη και η αγάπη προς τον Κύριον. Έτσι και εμείς, ας εγερθούμε, ας ακολυθήσουμε τηνν οδόν προς τον Χριστό παραμερίζοντες κάθε εμπόδιο με οδηγόν την πίστη.

Οι γυναίκες δεν πηγαίνουν με άδεια χέρια στον Τάφο του Ιησού. Φέρουν μύρα και αρώματα ως ένδειξη αγάπης προς τον Διδάσκαλο. Εμείς τι έχουμε να προσφέρουμε από αγάπη προς τον Χριστό; Ας βαδίσουμε προς τον Κύριον με καρδιά γεμάτη πίστη και ελπίδα. Και τότε ο Κύριος θα μας ελεήσει και θα φροντίσει να αφαιρέσει από ανάμεσά μας το εμπόδιο, τον βαρύ λίθο της αμαρτίας που μας εμποδίζει να Τον πλησιάσουμε.

Η αποκύλιση του λίθου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει εκ μέρους μας πίστη αλλά και μετάνοια. Ας μην φοβηθούμε το βάρος των αμαρτιών μας. Ο Κύριος θα μετακινήσει τον λίθο που μας βαραίνει, αρκεί εμείς να Του προσφέρουμε την καρδιά μας και να Τον δεχθούμε ως τον Ζώντα Κύριο της ζωής μας. Και τότε, «τούτοις πάσιν υπερνικώμεν διά του αγαπήσαντος ημάς” (Ρωμ. η’ 36), με την βοήθεια του Χριστού θα αναδειχθούμε νικητές,

Αρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος.